αποκρυφισμός


αποκρυφισμός
[апокрифизмос] ουσ. а. оккультизм,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αποκρυφισμός" в других словарях:

  • αποκρυφισμός — αποκρυφισμός, ο και αποκρυφολογία, η η ενασχόληση με τις λεγόμενες απόκρυφες δυνάμεις, με ορισμένα φαινόμενα που δεν μπορεί ακόμη να εξηγήσει η επιστήμη, όπως η τηλεπάθεια, η υποβολή, η μαγεία κ.ά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αποκρυφισμός — Όρος με τον οποίο χαρακτηρίζονται όλα τα ιστορικο πολιτιστικά φαινόμενα, σε οποιαδήποτε χώρα, εποχή ή πολιτισμό, τα οποία συνίστανται στην κατοχή και την άσκηση μιας μυστικής διδασκαλίας, λίγο έως πολύ πολύπλοκης και συστηματικής, που έχει ως… …   Dictionary of Greek

  • μυστηριολογία — η 1. η μελέτη, η περιγραφή και η ερμηνεία τών μυστηρίων, δηλαδή τών απόκρυφων τελετών και διδασκαλιών τών αρχαίων θρησκειών 2. ο αποκρυφισμός, η φιλοσοφική και ηθικολογική ερμηνεία τού βαθύτερου νοήματος τών αρχαίων μυστηρίων. [ΕΤΥΜΟΛ. <… …   Dictionary of Greek